Η ανθρώπινη μορφή όρθια, καθιστή, ανακεκλιμένη κυριαρχεί στην πλαστική του Δημοσθένη Σωτηρούδη. Το ανδρικό, το παιδικό και, με ιδιαίτερη έμφαση, το γυναικείο σώμα, παρουσιάζονται συνήθως γυμνά —το ένδυμα, όταν υπάρχει, υπογραμμίζει διακριτικά τη γυμνότητα — , μόνα ή σφιχταγκα­λιασμένα, πάντα περίοπτα. Η αποδοτικότητα αυτού του αυτοπεριορισμού, που κάνει τις άλλες θεματικές κατανομές —πουλιά, φώκιες— να φαίνονται μάλλον συμπτωματικές, θα μπορούσε να μετρηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας να αναζητηθούν και να προωθηθούν λύσεις πλαστικών προβλημάτων, αλλά σε συνάρτηση με μια ορισμένη μυθολογία του ανθρώπινου σώματος, εμπλουτισμένη και με συμβολικές αναγωγές.

Τα έργα του Σωτηρούδη, με τον όγκο και το βάρος τους, «ενοικούν» στο χώρο ενεργητικά. Οι εξάρσεις και οι κοιλότητες της φόρμας προϋποθέτουν την ύπαρξη δυνάμεων που δρουν, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ορμή, αντίστοιχα από μέσα προς τα έξω ή απ' έξω προς τα μέσα* που μερικές φορές διατρυπούν τα συμπαγή τμήματα δημιουργώντας νέες σχέσεις μορφής και χώρου. Αυτή η συνεχής αντίθεση του θετικού με το αρνητικό συνοδεύεται από εκείνη του φωτός και της σκιάς, που η λειτουργία τους ποικίλλει ανάλογα και με την υφή της επιφάνειας — λεία, πορώδης, δουλεμένη με τα δάχτυλα ή με μαχαίρι. Η μόνιμη σχηματοποίηση, η συχνή παραμόρφωση, η γενικότερη αφαιρετική τάση έχουν έναν κοινό παρονομαστή, την καμπύλη. Από τα εντυπωσιακά μικρά κεφάλια, με τα χαρακτηριστικά των κυκλαδίτικων ειδωλίων ή των αρχαϊκών αγαλμάτων, ως τα τελευταία μέλη του σώματος, περιγράμματα και όγκοι πειθαρχούν σ' αυτή, καθορίζονται απ' αυτή, εντάσσονται στο ρυθμό του συνόλου χάρη σ' αυτή.

Η πλαστική του Σωτηρούδη είναι πρώτα μια κατάφαση στις δυνατότητες της υλικής υπόστασης του ανθρώπου. Οι στρογγυλές, μεστές φόρμες —το στήθος, η μήτρα, οι γλουτοί— που καμιά φορά μάλιστα ανεξαρτητοποιούνται και γίνονται αποκλειστικό θέμα για επεξεργασία, έρχονται να υποβάλουν την ιδέα της μητρότητας, της γέννησης, της γονιμότητας, των καρπών του έρωτα. Σε μιαν άλλη όμως κατηγορία έργων περιορίζεται η φωνή της σάρκας, οι μορφές αποκτούν ραδινότητα, ευκινησία, πάνω τους εμφανίζονται απότομες κοψιές και κενά, ενισχύεται ο ρόλος του κεφαλιού, η σύνθεση γίνεται πιο «κλειστή», παρουσιάζεται μια πνευματική ένταση. Τότε το σώμα, σχεδόν εξαϋλωμένο, φορτίζεται μ' όλη τη μοναξιά του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν, μια μοναξιά που από τις εικαστικές τέχνες ίσως μόνο η πλαστική μπορεί να εκφράσει πειστικά, γιατί φέρνει τη μορφή άμεσα αντιμέτωπη με τον άπειρο χώρο. Από τη σκοπιά αυτή δεν φαίνεται να είναι συμπτωματική η επιμονή του καλλιτέχνη στην περίοπτη μορφή και η απουσία του ανάγλυφου, με τον σαφώς διηγηματικό χαρακτήρα, από τις επιλογές του.

Ο Σωτηρούδης είναι ένας δημιουργός που έχει την ικανότητα να αφομοιώνει ό,τι δανείζεται και να το εντάσσει δυναμικά στην προσωπική μορφοπλαστική περιπέτεια είναι μια από κάθε άποψη θετική παρουσία στη σύγχρονη ελληνική τέχνη.