Βασικό και μόνιμο γνώρισμα της άνω των τριάντα ετών δημιουργικής πορείας του βορειοελλαδίτη γλύπτη Δημοσθένη Σωτηρούδη είναι η σχεδόν αποκλειστική επικέντρωση του ενδιαφέροντος του στην πλαστική αποτύπωση της ανθρώπινης μορφής. Η περιστασιακή του ενασχόληση με την απεικόνιση διαφόρων ζώων (πουλιά, γάτες) δεν αλλοιώνει τη θεματική μονομέρεια της πλαστικής του έρευνας, αφού ο μικρός αριθμός αυτών των έργων δεν μας επιτρέπει να τα θεωρήσουμε ως μία ανεξάρτητη φορμαλιστική άσκηση του καλλιτέχνη σε μια διαφορετική θεματική περιοχή. Εξάλλου, η μορφική συσχέτιση ανθρώπινης μορφής και ζώου που επιχειρείται σε μερικά έργα της δεκαετίας του '80 (Γυναικείος κορμός - Γάτα, φαλλικά σύμβολα - Πουλί) μας υποχρεώνει να θεωρήσουμε τις γλυπτικές απεικονίσεις ζώων ως προϊόντα του ευφάνταστου πλαστικού του ενστίκτου, το οποίο δεν διστάζει να μεταφέρει πλαστικούς προβληματισμούς από την εξαντλητική έρευνα στην ανθρώπινη φιγούρα και σε άλλες θεματικές περιοχές.

Ο απόλυτα ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας των έργων του επιβεβαιώνει την βαθιά του πίστη στον άνθρωπο, ενώ η προσήλωση του σε θέματα σχετιζόμενα με αρχετυπικού χαρακτήρα, καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως είναι η γονιμότητα, ο έρωτας, η γέννηση, η μητρότητα και η οικογένεια, προσδιορίζει την «ηθική» του, αποκαλύπτει το ιδεολογικό και πνευματικό υπόβαθρο της ποιητικής του, ενώ παράλληλα συνδέει τις αναζητήσεις του με την από χιλιετίες ανθρωποκεντρική πλαστική παράδοση. Όσο και αν το πλαίσιο της πλαστικής του γλώσσας εντάσσεται στο πνεύμα και την αισθητική της εποχής του και διεκδικεί με πειστικό τρόπο μια ιδιότυπη και προσωπική αυτονομία, ωστόσο, η εσωτερική δομή των έργων του και ορισμένα εικονιστικά πρότυπα μαρτυρούν μια βαθύτατη γνώση προγενέστερων μορφών της πλαστικής έκφρασης. Θα ήταν παράδοξο ένας έλληνας γλύπτης που ο βασικός του μορφοπλαστικός προβληματισμός περιορίζεται στην ανθρώπινη μορφή να μένει ανεπηρέαστος από την πλούσια παρακαταθήκη μορφών του οικείου του χώρου.

Η προϊστορική, η κυκλαδική, η αρχαϊκή, η τέχνη των κλασικών χρόνων και ως ένα βαθμό οι κατακτήσεις των ανανεωτών πρωτοπόρων της ευρωπαϊκής τέχνης του 20ού αι. αποτέλεσαν τις πηγές από τις οποίες άντλησε, προκειμένου να αρθρώσει το δικό του λόγο και να διεκδικήσει την αναγνωρισιμότητα της πλαστικής του δημιουργίας. Οι διαπιστούμενες στο έργο του επιδράσεις από την τέχνη του παρελθόντος δεν εντοπίζονται στη στείρα μεταφορά γνωστών τύπων και δεδομένων πλαστικών λύσεων, αλλά ανιχνεύονται στον ενστερνισμό θεμελιακών εσωτερικών γνωρισμάτων της μεγάλης ελληνικής πλαστικής, όπως είναι η στερεότητα της δομής, η σαφήνεια της φόρμας, η λιτότητα των εκφραστικών μέσων, η αίσθηση του μέτρου, η μνημειακότητα, η αποφυγή του ειδικού, η εσωτερικότητα και το ήθος των μορφών και τέλος η ιδεώδης συγχώνευση φόρμας και συναισθήματος.

Η αναγνωσιμότητα της πλαστικής του γλώσσας συνδέεται ως ένα βαθμό και με τη χρησιμοποίηση ενός όχι και τόσο συνηθισμένου στη γλυπτική υλικού, με το οποίο εδώ και χρόνια μορφοποιεί τους προβληματισμούς του. Ο καλλιτέχνης, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποίησε από τα πρώτα στάδια της πορείας του μια σειρά «παραδοσιακών» υλικών, όπως εί­ναι ο πηλός, η τερακότα, ο γύψος και η ασβεστολιθική πέτρα, τελικά οδηγήθηκε στην τεχνική της χύτευσης των προπλασμάτων του, χρησιμοποιώντας ως υλικό χύτευσης την καλλιτεχνική πέτρα, ένα κράμα μαρμαροψηφίδας και διαφόρων συνδετικών υλών. Η ποικιλότροπη επεξεργασία της επιφάνειας -άλλοτε λειασμένης και άλλοτε αδρής και πορώδους- η εφαρμογή ακόμα και της άμεσης λάξευσης στη χυτευμένη μάζα, η πρόσμειξη της μαρμαροψηφίδας με ποικίλες χρωστικές ουσίες που προσδίδουν στη χυτή πέτρα την υφή του οξειδωμένου ορείχαλκου, του μάρμαρου ή και άλλων υλικών και τέλος η επιτυχής αντιμετώπιση τεχνικών δυσκολιών, που σχετίζονται με τη χύτευση και τη στατική επάρκεια των περίοπτων, πολλές φορές και μνημειακών διαστάσεων, έργων του, είναι ενδεικτικά της εξοικείωσης του καλλιτέχνη με το υλικό του και της εκμετάλλευσης σε τέτοιο βαθμό των δυνατοτήτων του υλικού του μέσου, ώστε η απουσία πιο παραδοσιακών και ιστορικά πιο καταξιωμένων στην πλαστική υλικών (μάρμαρο, χαλκός) να περνά απαρατήρητη.

Ακούραστος και ανήσυχος ερευνητής των πλαστικών δυνατοτήτων της ανθρώπινης μορφής, από τους πλέον καταξιωμένους γλύπτες της σύγχρονης ελληνικής πλαστικής —παρά το γεγονός ότι δημιουργεί στην περιφέρεια, μακριά από τα μεγάλα εικαστικά κέντρα— ο Δημοσθένης Σωτηρούδης έχει δώσει ένα σημαντικότατο σε ποιότητα και αριθμό έργο, το οποίο από στιλιστική άποψη αρθρώνεται πάνω σε δύο βασικές κατευθύνσεις. Στη μία η ανθρώπινη μορφή, χωρίς να μεταφέρει κάποιο συγκεκριμένο εξωτερικό πρότυπο, αποδίδεται με μια σχετική φυσιοκρατική πιστότητα, ενώ στην άλλη, με τη χρήση ορισμένων κυβιστικοαφαιρετικών τύπων και την απλοποίηση και καθαρότητα της φόρμας, δίδει μορφές στο πνεύμα της κυκλαδικής τέχνης και των διατυπώσεων ενός Brancusi, ενός Moore και άλλων πρωτοπόρων της δυτικοευρωπαϊκής τέχνης.

Οι ελαφρές υφολογικές του διαφοροποιήσεις -αναμενόμενες σε μια μακρόχρονη καλλιτεχνική διαδρομή και πολλές φορές αναγκαίες για τη διεύρυνση των φορμαλιστικών του αναζητήσεων- δεν σηματοδοτούν και αλλοτρίωση του πλαστικού του ιδιώματος, εφόσον η άρθρωση του πλαστικού του λόγου, και στις δύο κατευθύνσεις, στηρίζεται στις ίδιες βασικές αρχές. Η προτίμηση του στην κλειστή φόρμα, συνήθως συμπαγούς και μερικές φορές ενστερνιζόμενης τη λειτουργία του κενού, η τάση για μνημειακότητα των μορφών, ως απόρροια της επιλογής της σωστής κλίμακας και όχι του μεγέθους, η έρευνα, μέσα από μια ευρύτατη κλίμακα μεγεθών και παραλλαγών, ενός περιορισμένου αριθμού εικονιστικών τύπων και τέλος η αποφυγή της περιγραφικής λεπτομέρειας και η έμφαση στις καθαρά πλαστικές αξίες είναι μερικά από τα μόνιμα χαρακτηριστικά της γλυπτικής του, στα οποία και οφείλεται η ενότητα του πυρήνα της έκφρασης του και η χωρίς στιλιστικές ακρότητες μακρόχρονη πορεία του.

Το μεγαλύτερο μέρος της καλλιτεχνικής παραγωγής του Δ. Σωτηρούδη καλύπτεται από την πλαστική απεικόνιση της γυναικείας φιγούρας, όρθιας, καθιστής, ανακεκλιμένης, συνήθως μόνης αλλά και σε τύπους μητρότητας, ζευγαριού και οικογένειας. Η προτίμηση του στο γυναικείο σώμα σχετίζεται με τις περισσότερες φορμαλιστικές και εκφραστικές δυνατότητες που αυτό προσφέρει, ενώ η ανδρική μορφή και το παιδί -το δεύτερο ποτέ ως ανεξάρτητο και αυτοτελές θέμα- τον απασχόλησε λιγότερο, παρά το γεγονός ότι αποτελούν βασικά εικονιστικά στοιχεία της γλυπτικής θεματογραφίας. Είναι προφανές ότι η μελέτη της γυναικείας φιγούρας ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό την ολοκλήρωση του πλαστικού του αιτήματος.

Η όρθια γυναίκα, με τα χέρια ελεύθερα, άλλοτε στο κεφάλι και μερικές φορές στο στήθος και στο υπογάστριο, με το μέγεθος της κεφαλής σχετικά μικρό σε σύγκριση με τον πληθωρικό και συμπαγή όγκο του σώματος, με το ένα σκέλος στάσιμο και το άλλο ελαφρώς ελεύθερο, είναι ο προσφιλέστερος τύπος γυναίκας, ο οποίος τον απασχολεί συνεχώς από τα πρώτα στάδια της δουλειάς του ως τις μέρες μας. Η πληθωρική σωματική διάπλαση και τα στεατοπυγικά χαρακτηριστικά των σωμάτων, που δεν τα αποκρύπτει το λεπτό, κατάσαρκο ένδυμα, ανακαλούν στη μνήμη μας τις παλαιολιθικές Αφροδίτες. Η κυριαρχία της καμπύλης, η σταδιακή και ομαλή διαδοχή των επεισοδίων της ρευστής φόρμας, η συγκρατημένη αισθησιακότητα και ο λανθάνων ερωτισμός των εύσαρκων γυναικών του, καταφάσκουν με τον πειστικότερο τρόπο την ιδέα της γονιμότητας της γυναικείας φύσης. Επί πλέον, το σταθερό και σίγουρο περίγραμμα, ο συμπαγής όγκος που οργανώνεται γύρω από ένα κάθετο άξονα, η λιτότητα της σύνθεσης και η συνοπτική, χωρίς λεπτομέρειες, επεξεργασία της επιφάνειας επιτείνουν τη στατικότατα και τη μνημειακοτητα των ήδη πληθωρικών μορφών. Οι ιδιότητες αυτές συνδυαζόμενες με την αποπνεόμενη πραότητα και εσωτερική ευγένεια των μορφών προσδίδουν στα γυναικεία σώματα ένα αρχαιοπρεπές ήθος, που φαίνεται να επιζητεί την ανάμνηση της αρχαϊκής ελληνικής τέχνης.

Με την ίδια μορφοπλαστική διάθεση αποδίδονται και οι ολόσωμες ή στον τύπο του torso ανακεκλιμένες γυναικείες μορφές του, τα εικονιστικά πρότυπα των οποίων θα μπορούσαν να αναζητηθούν στις ανακεκλιμένες εναέτιες μορφές της αρχαίας πλαστικής. Εδώ η έμφαση δίνεται στην πλαστική εκμετάλλευση της στάσης και της κίνησης της μορφής, μια κίνηση που ορίζεται ως μετάβαση από τη θέση της ανάκλησης στην όρθια στάση, ενώ με την επιβολή των διαγωνίων αξόνων και το σπάσιμο της κλειστής φόρμας αυξάνονται οι χωροπλαστικές αξίες.

Η καθιστή φιγούρα, που αποτέλεσε και αυτή αντικείμενο του πλαστικού του προβληματισμού σ' όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας, αποδίδεται με δύο διαφορετικούς τύπους. Στον πρώτο, στον οποίο η πλαστική του γλώσσα είναι όμοια μ' αυτή των όρθιων και ανακεκλιμένων μορφών, η γυναίκα παριστάνεται καθιστή, με το κεφάλι σκυμμένο και ακουμπισμένο άλλοτε στα χέρια και άλλοτε στα έντονα κεκαμμένα πόδια, σε μια στάση βαθιάς ενδοσκόπησης και διερεύνησης της τραγικότητας της ανθρώπινης φύσης. Στον άλλο τύπο της καθιστής μορφής -εδώ όχι μόνο γυναικείας αλλά και γυμνής ανδρικής- ο γλύπτης εγκαταλείπει τον πληθωρικό και εύσαρκο σωματικό τύπο των προηγούμενων αναζητήσεων του και προσδίδει στις μορφές του αναλογίες που πλησιάζουν στα φυσικά πρότυπα. Το τέλειο φινίρισμα και η λείανση της επιφάνειας του επιτρέπουν να εκμεταλλευθεί τις αντανακλάσεις του φωτός και μέσω αυτών να διερευνήσει το πρόβλημα των σχέσεων φωτός και φόρμας. Επί πλέον, με την εναπόθεση των χεριών στο κεφάλι ή στα ανοιχτά, κεκαμμένα κάτω άκρα σπάει τη στερεότητα του συμπαγούς όγκου, δημιουργεί φόρμες ανοιχτές που αφήνουν το χώρο να εισέλθει στη μορφή και να αντιμετωπισθούν μ' αυτόν τον τρόπο προβλήματα ανάπτυξης και λειτουργίας της φόρμας στον τρισδιάστατο χώρο.

Η γλυπτική του Σωτηρούδη δεν εξαντλείται στην απεικόνιση της μεμονωμένης ανθρώπινης μορφής αλλά επεκτείνεται και στην έρευνα θεμάτων με δύο ή περισσότερα πρόσωπα, στον τύπο της μητρότητας, της οικογένειας και της ερωτικής περίπτυξης. Τα θέματα αυτά που εκφράζουν το στοχασμό του σε βασικές αξίες της ανθρώπινης ζωής αποτελούν ταυτόχρονα και ένα πεδίο δοκιμασίας των πλαστικών του ικανοτήτων σε συνθέσεις οι οποίες, εξαιτίας της συμπλεγματικής συνύπαρξης πολλών μορφών και του αυξημένου αφηγηματικού περιεχομένου, είναι εύλογο να θέτουν και πιο πολύπλοκα πλαστικά προβλήματα. Η υπέρβαση της δυσκολίας του συνδυασμού μορφών διαφορετικού μεγέθους στις συνθέσεις μητρότητας και οικογένειας επιτυγχάνεται με την αφομοίωση ή την ανάδυση της παιδικής φιγούρας από το σωματικό όγκο της μητέρας ή και του πατέρα, λύση η οποία αποδίδει με μια θαυμαστή οικονομία των πλαστικών του μέσων το δεσμό παιδιού και γονέων.

Και ενώ η σύλληψη της φόρμας σ' όλα τα προηγούμενα έργα φαίνεται να γίνεται με βάση τα φυσικά πρότυπα, σε μια μεγάλη ενότητα έργων του, που χρονικά καλύπτει την περίοδο από τα τέλη της δεκαετίας του '70 έως σήμερα, διαπιστώνεται μια υποχώρηση της φυσικής οργανικότητας των μορφών του, που ωστόσο δεν εμποδίζει την αναγνώριση των θεματικών του αναφορών. Πρόκειται για προσπάθειες που αποδίδουν την ανθρώπινη μορφή στους γνωστούς από την προηγούμενη ενότητα τύπους εί­τε στον τύπο της «Νίκης» είτε ακόμα σε φόρμες που αναπαριστούν μέλη του ανθρώπινου σώματος και ειδικότερα του αρσενικού και θηλυκού συμβόλου. Σ' αυτές τις έρευνες με την απλοποίηση της φόρμας, το έντονο στυλιζάρισμα, τη συνθετική συσσώρευση λείων επιφανειών, την εκμετάλλευση της γραμμής, τη δυναμική ένταση και κίνηση των μορφών και τη γενικότερη διάθεση για αφαιρετικότητα φαίνεται ότι ο καλλιτέχνης δεν μένει ανεπηρέαστος από τις κυβιστικοαφαιρετικές αντιλήψεις και τη νοοτροπία των τάσεων του πρώτου μισού του 20ου αι.

Ειδικότερα στη σειρά των έργων «Όρθιος κορμός» η ραδινή, όρθια, χωρίς χέρια και φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά ανθρώπινη φιγούρα, με το έντονο στυλιζάρισμα, τη γραμμική αντίληψη της φόρμας, τη μείωση της μάζας και την επικράτηση του γεωμετρικού σχήματος, συσχετίζεται με την καθαρότητα και την απλότητα της φόρμας του Brancusi, χωρίς να αποκρύπτονται και οι απόηχοι της κυκλαδικής τέχνης.

Στη σειρά «Νίκη» - το θέμα τον απασχόλησε επανειλημμένα στο παρελθόν, μάλιστα το τελευταίο του έργο είναι μια Νίκη σε φυσικό μέγεθος- ο Σωτηρούδης, χωρίς να διαφοροποιείται, ως προς το περιεχόμενο από το εικονιστικό πρότυπο της γνωστής από την αρχαιότητα γυναικείας πτερωτής μορφής, φτάνει σε μια νέα πλαστική ερμηνεία του θέματος με τον κατακερματισμό της μορφής σε πολλά επίπεδα, την αλληλοδιαδοχή των επιπέδων, το ρυθμικό κυματισμό των επιφανειών, την παραβίαση της γραμμικής κλειστότητας της φόρμας και τη δυναμική ανάπτυξη των περιγραμμάτων, που τονίζουν την εντύπωση της κίνησης. Σ' αυτή τη σειρά ο καλλιτέχνης φαίνεται να διεκδικεί κάτι από το δυναμισμό του φουτουριστικού πλασμού και τη γεωμετρικότητα του κυβισμού.

Με την ίδια αφαιρετική διάθεση και μέσα από ένα βαθύ αίτημα να φτάσει στις ρίζες της ανθρώπινης ζωής, ο καλλιτέχνης δίνει μια σειρά έργων με θέμα τα σύμβολα της αναπαραγωγής του ανθρώπινου είδους. Η αξιοθαύμαστη μορφική συγχώνευση του σφαιρικού σχήματος και του αρσενικού ή θηλυκού συμβόλου είναι ενδεικτική των ανεξάντλητων μορφοπλαστικών και συνθετικών του δυνατοτήτων, που ειδικά σ' αυτές τις προσπάθειες οδηγούν στην ταύτιση μορφής και σχήματος.

Τέλος, στο ίδιο πνεύμα κινείται και μια σειρά έργων του στα οποία, η συμπαγής μάζα της σε κυκλική ανάπτυξη σκυμμένης μορφής, διασκεδάζεται, άλλοτε με τη χρήση του κενού-τρύπας, που αξιοποιεί την αίσθηση της τρίτης διάστασης, και άλλοτε με την καθαρότητα της γραμμής, όπως συμβαίνει στο έργο «Κύκλος ζωής», 1979, στο οποίο η μελωδικότητα του περιγράμματος συναγωνίζεται τη χάρη της art nouveau.

Σε μια εποχή, στη οποία η επικράτηση των ανει­κονικών και κονστρουκτιβιστικών τάσεων έχει αποδυναμώσει τη σημασία της παραστατικής γλυπτικής, το έργο του Σωτηρούδη επιβεβαιώνει την υπεροχή της ανθρωπομορφικής πλαστικής έκφρασης. Ανοικτός σε κάθε κατάκτηση της εικονοπλαστικής γλυπτικής παράδοσης, από τα παλαιολιθικά έως τα νεότερα χρόνια, και εφοδιασμένος με μια αξιοθαύμαστη πλαστική ευαισθησία, δίνει μορφές που διακρίνονται για την πλαστική τους επάρκεια και πείθουν για την αλήθεια του πνευματικού του προβληματισμού.