Αν θα μπορούσε να υπάρξει μια λέξη, η οποία θα ήταν ικανή να χαρακτηρίσει το έργο του Δημοσθένη Σωτηρούδη στην ολότητά του, δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τον “ανθρωποκεντρισμό”. Μια έννοια την οποία προφέρει ακόμη πιο έντονα, ακόμη πιο εμφατικά, ο γλύπτης Δημοσθένης Σωτηρούδης, στο ζωγραφικό του έργο. Η ανθρώπινη μορφή (και ως επί το πλείστον η γυναικεία) κυριαρχούν. Δεν θα ήταν διόλου υπερβολή να ειπωθεί ότι με το έργο του επιχειρεί να δημιουργήσει έναν ύμνο στον άνθρωπο, κραυγάζοντας ,την εμπιστοσύνη του σε αυτόν και τις δράσεις του. Μια εμπιστοσύνη πηγαία και γνήσια που καμία δύσκολη «πραγματικότητα» δεν έχει τη δυνατότητα να την ταράξει. Εύσαρκες μορφές, εύχυμες, με σωματική διάπλαση εύρωστη που συμβολοποιούνται μέσα από την αφαίρεση και τον υπερτονισμό συγκεκριμένων χαρακτηριστικών . Κυρίως η γυναίκα αποτελεί ένα κατεξοχήν σύμβολο στο έργο του. Είναι το σύμβολο που συμπυκνώνει ίσως την έννοια της ύπαρξης και της ζωής. Ο ερωτισμός, η γονιμότητα, η μητρότητα, η αγάπη, η τρυφερότητα, η πίστη αλλά και ο πόνος και η δυναμικότητα είναι στοιχεία που συνέχουν και μορφοποιούν τις γυναικείες μορφές.

Μορφές γήινες που δείχνουν να λατρεύουν την ύλη, κι όμως αν και το γήινο στοιχείο προβάλλεται εμφανώς παραχωρεί με μεγάλη ευκολία την πρωτοκαθεδρία στο πνεύμα και τον συμβολισμό. Η διαδικασία που ακολουθείται για να επιτευχθεί αυτό όμως είναι ιδιότυπη: το πνευματικό στοιχείο δεν αναδεικνύεται συνθλίβοντας το υλικό – γήινο αλλά μέσα από την ακριβώς αντίθετη διεργασία: μέσα από την ανάδειξη του υλικού στοιχείου, φωτίζοντας την ιερότητα της ύλης και συμβολοποιώντας την με τέτοιο τρόπο, ώστε μέσω αυτής προφέρεται μια γλώσσα καθαρά πνευματική υπογραμμίζοντας, παράλληλα, πως δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την πνευματικότητα πλήρως αν δεν γνωρίσουμε την ύλη. Πρόκειται για μια κατάκτηση διόλου μικρή ή ήσσονος σημασίας καθώς αποτελεί ένα θεμελιακό στοιχείο της τέχνης του Δημοσθένη Σωτηρούδη ο οποίος καταφέρνει μέσα από τις συμπαγείς μορφές του να αναδείξει και να προβάλει το πνευματικό τους μέρος.

Ιδιαίτερο στοιχείο η απόδοση του προσώπου τους. Το πρόσωπο και ιδιαίτερα τα μάτια λειτουργούν, διαχρονικά στη ζωγραφική, ως ένα μέσο έκφρασης του εσωτερικού κόσμου των μορφών. Εκκινώντας από την αιγυπτιακή τέχνη, συνεχίζοντας στο Βυζάντιο και φθάνοντας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στη μετανεοτερικότητα τα μάτια αποτελούν παράθυρο μέσα από το οποίο μπορεί ο παρατηρητής να δει καθαρά τη συναισθηματική κατάσταση της μορφής. Την ίδια ακριβώς λειτουργία επιτελούν και στο έργο του Σωτηρούδη με μια ειδοποιό διαφορά όμως: στα έργα του τα μάτια είναι πάντα κλειστά. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται κάτι, που στη ζωγραφική θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο, επιτυγχάνεται ένας ιδιόμορφος συγκερασμός της προβαλλόμενης συναισθηματικής κατάστασης με μια διάχυτη έλλειψη σιγουριάς για την κατάσταση αυτή, μια βέβαιη αβεβαιότητα, πέρα για πέρα αληθινή. Τα κλειστά μάτια τονίζουν την πίστη του καλλιτέχνη, ότι οι μορφές του δεν μπορούν ή τουλάχιστον δεν έχουν καταφέρει ακόμη, να γνωρίσουν ολιστικά το πιο δύσκολα κατανοητό κομμάτι της ανθρωπότητας τον δικό τους συναισθηματικό κόσμο, τα δικά τους πραγματικά συναισθήματα.

Ο χώρος εξάλλου διαδραματίζει ένα ρόλο καθαρά επικουρικό και μόνο. Χρησιμοποιείται ως ένα είδους φόντο η βασική λειτουργία του οποίου είναι η ανάδειξη, με τον προσφορότερο δυνατό τρόπο, της κύριας μορφής. Καθώς πάντα αυτή είναι ανθρώπινη, καθιστά για άλλη μία φορά πρόδηλη την απόλυτα ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Η ανθρώπινη μορφή και οι ενέργειές της είναι που ενδιαφέρουν τον καλλιτέχνη, το «ποιος», το «πώς» και το «τι» είναι τα ερωτήματα που τον απασχολούν πολύ περισσότερο από το «πού» και το «πότε». Πράγματι, χώρος (αλλά και χρόνος) είναι δευτερεύοντα στοιχεία. Οι φιγούρες του Δημοσθένη Σωτηρούδη είναι άχρονες, δείχνουν να κινούνται έξω από τον καθορισμένο χώρο και χρόνο σε μια κατάσταση αποκλειστικά δική τους. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η βασική απαίτηση του καλλιτέχνη από το ζωγραφικό έργο του φαίνεται πως είναι η επίτευξη της μνημειακότητας. Ένα είδος μνημειακότητας τόσο γνωστής από τα γλυπτά έργα του, αλλά ταυτόχρονα και τόσο νέας μιας και είναι ιδωμένη πια από διαφορετική οπτική γωνία και έχει επιτευχθεί με διαφορετικούς τρόπους, χρησιμοποιώντας καθόλα νέα μέσα και εργαλεία.

Όλα αυτά επιτυγχάνονται σε μια τέχνη έντονα αφαιρετική. Στη ζωγραφική του ο Σωτηρούδης απλοποιεί συνεχώς, αποδεσμεύει τις μορφές του από «περιττά» στοιχεία και απεχθάνεται η χρησιμότητα τους περιορίζεται σε μια επιδίωξη στείρου εντυπωσιασμού και μόνο. Βέβαια δεν γίνεται λόγος για μια ακραία μορφή αφαίρεσης καθώς η φόρμα απλοποιείται χωρίς όμως την ολική της αποδόμηση (ακόμη και στα πιο αφαιρετικά από τα έργα) στοιχείο γνωστό ίσως από τη γλυπτική του. Η δυναμική χρήση των περιγραμμάτων αλλά και ο διπολισμός ανάμεσα σε εξάρσεις, ακμές και κοιλότητες συντείνουν προς τη διατήρηση της φόρμας μέσα σε ένα αφαιρετικό περιβάλλον. Η σαφήνεια των περιγραμμάτων, η στέρεα δομή, αλλά και η λιτότητα των εκφραστικών μέσων ολοκληρώνουν την εικόνα. Ίσως η λέξη «καθαρότητα» είναι αρκετή για να περιγράψει τη μάχη της γραμμής και της φόρμας με την αφαίρεση. Τελικά ούτε το ένα ούτε το άλλο αποτελούν τη βασική επιδίωξη στα έργα, ο στόχος είναι η καθαρή προβολή των στοιχείων που ενδιαφέρουν τον καλλιτέχνη, η καθαρή προβολή της δικής του μυθολογίας, όλα τα άλλα είναι τα εργαλεία που βοηθούν στην επίτευξη του σκοπού αυτού και τίποτε περισσότερο.

Συμπερασματικά, μπορεί να ειπωθεί ότι το ζωγραφικό έργο του Δημοσθένη Σωτηρούδη θα μπορούσε να ορισθεί ως η καθαρά ερωτική ένωση δύο συνιστωσών: της αρχαϊκής παράδοσης, με τις γυναικείες του μορφές να παραπέμπουν στις προϊστορικές Αφροδίτες από τη μια με έντονη τάση αφαίρεσης και σχηματοποίησης η οποία επιβάλλει τη απόρριψη του περιττού από την άλλη. Γεγονός που ίσως μπορεί να καταδείξει ότι η πηγή έμπνευσης του καλλιτέχνη είναι διπλή: αντλώντας στοιχεία τόσο από την αρχαϊκή και κυκλαδική παράδοση, όσο και από έναν απόλυτα δικό του, ιδιόμορφα προσλαμβανόμενο, μοντερνισμό. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το στοιχείο που καθιστά την καλλιτεχνική του γραφή πρωτότυπη και καθαρά προσωπική, ένα κάλεσμα σε όλους να την γνωρίσουν, να τη «διαβάσουν» και να την ερμηνεύσουν σύμφωνα με τις δικές τους προσωπικές προσλαμβάνουσες και αρχές.