Μελετώντας την εικοσάχρονη δημιουργική πορεία του Δημοσθένη Σωτηρούδη, διαπιστώνουμε ότι το γήινο στοιχείο, βασικό χαρακτηριστικό στη γλυπτική του, μορφοποιείται με τρόπο κατανυκτικό, ώστε ως ζώσα ύλη πλέον, να επιβάλλει το σεβασμό προς την ιερότητα της υπόστασης της. Το γήινο στοιχείο καθορίζεται αφενός ως αίσθηση που αποπνέει η μάζα του υλικού μέσα από το οποίο αναδύ­ονται οι μορφές, αφετέρου ως πλάσιμο των ίδιων των ανθρώπινων μορφών —γυναικείες κατά το πλείστον, σπανιότερα ανδρικές.

Η δύναμη της πλαστικής του αναδεικνύεται περισσότερο στις εναλλαγές εσοχής-εξοχής του συ­μπαγούς όγκου, του κυματισμού της μάζας. Τα κε­νά που σταδιακά παρεμβαίνουν στα έργα του επι­δρούν καθοριστικά κυρίως λόγω της φειδωλής χρή­σης τους. Η έξαρση ορισμένων μελών του σώματος ή χαρακτηριστικών του προσώπου —προτιμά τις ολόσωμες, περίοπτες μορφές— και ταυτόχρονα η αφαιρετική απόδοση πολλών στοιχείων τους, με­ταβάλλουν την οπτική εμπειρία σε πνευματική.

Οι συνήθως εύσαρκες έως στιβαρές γυναικείες φιγούρες του που κυριαρχούν σε όλα τα στάδια της δουλειάς του, πέρα από την άμεση εντύπωση της αισθησιακής παρουσίας τους, μέσω των στάσεων και της πνοής τους, υποβάλλουν το δισυπόστατο της ύπαρξης, τον ανθρώπινο φορέα, οδυνηρό σπέρ­μα της θεϊκής καταβολής. Προσηλωμένος σε λίγα αρχετυπικά θέματα, όρθια και ξαπλωμένη μορφή, μητέρα με παιδί, έρωτας-ζευγάρι, γονιμότητα-γέννα, ενδιαφέρεται να προβάλλει ισότιμα τις ζωτικές και μυθικές δυνάμεις που κρύβουν τα πρότυπα αυ­τά. Πηγές άντλησης της έμπνευσης του είναι η τέ­χνη του παρελθόντος, προϊστορική και κλασική, κα­τά πρώτο λόγο, και της εποχής του κατά δεύτερο. Οι επιδράσεις, αφομοιωμένες, λειτουργούν ως από­θεμα μνήμης, το οποίο μαζί με τη συγκινησιακή φόρ­τιση του καλλιτέχνη και την πάλη του με το υλικό, οδηγεί στη διαμόρφωση προσωπικού ύφους.

Τα θέματα του διατυπωμένα δυναμικά και απέ­ριττα από τα σπουδαστικά του ήδη χρόνια στη Γερ­μανία, τον απασχολούν τόσο ως φόρμα εννοούμε­νη σε βάθος, σύμφωνα με την εικονοπλαστική πα­ράδοση, όσο και ως ενότητα σύλληψης.

Από το 1968 έως το 1978 παρατηρούμε ότι στη γλυπτική του πρωταγωνιστεί η καμπύλη. Οι «Όρ­θιες γυναίκες» του σε αντίρροπη στάση και κατενώπιον στον θεατή κατεύθυνση έχουν μικρά, ελα­φρά ανασηκωμένα κεφάλια, βραχίονες χαλαρούς, ακουμπισμένους στους υπερτονισμένους μηρούς. Είναι ρωμαλέες, επιβλητικές, με υπερμεγέθη άκρα. Τα συνήθως πολύ συνοπτικά δηλωμένα χαρακτηρι­στικά του προσώπου, σε ορισμένες περιπτώσεις διαγράφονται καθαρά, νεανικά, σχεδόν κοριτσίστικα, σε σύγκριση με το βαρύ μέστωμα του κορμιού. Η έκφραση τους εσωστρεφής, σοβαρή, ήρεμη. Μοιάζουν να φέρουν το σάρκινο φορτίο τους με επί­γνωση και ευγενική απλότητα. Το ένδυμα, όποτε υπάρχει, είναι ποδήρες, χυτό, πολύ λεπτό και αφή­νει να διαγραφούν οι ιδιαίτερα εμφατικές καμπύλες του κάτω μισού σώματος. Οι βραχίονες, ακόμη κι όταν διπλώνουν γύρω από το κεφάλι, ή τυλίγονται γύρω από τον κορμό ή υπογραμμίζουν μια στάση περισυλλογής, δείχνουν χαλαροί, παρόλη τη στιβαρότητα τους, σα νά 'ναι πλασμένοι για προσφορά θαλπωρής.

Στις ανακεκλιμένες γυναικείες μορφές εντυπωσιάζει η εσωτερική και μυϊκή ένταση, η οποία αποσαφηνίζει ότι δεν πρόκειται για κατάσταση ανάπαυλας ή ξεκούρασης αλλά αντίθετα για τη γιγαντιαία προσπάθεια του περάσματος από την ύπτια, α­δρανή θέση, στην όρθια, ενεργητική, με όλους τους συνεπαγόμενους συμβολισμούς, που συμπυκνωμέ­να εκφράζονται έτσι. Έντονη δραματικότητα πα­ρουσιάζουν οι καθισμένες μορφές, με το κεφάλι, συχνά σκυμμένο και ακουμπισμένο στους τυλιγμέ­νους γύρω από τα κεκαμμένα σκέλη βραχίονες, σε μία στάση σιωπηλής απελπισίας, όπου ο άνθρω­πος αναδιπλώνεται, με την κυριολεκτική και μετα­φορική έννοια, για να αντλήσει από τα βάθη του εαυτού του. Και στις τρεις προαναφερόμενες ενό­τητες γλυπτών, χαρακτηριστικός είναι ο παλμός που τα ζωντανεύει και ο οποίος εκπέμπεται από το κέντρο προς τα έξω.

Η δεκτικότητα της θήλειας φύσης δεσπόζει στα συμπλέγματα μάνας-παιδιού, καθώς οι όγκοι του μητρικού σώματος καμπυλώνουν αποτελώντας έτσι αγκαλιά ζωοδότρα. Αντίθετα το σφιχταγκάλιασμα στα ερωτικά συμπλέγματα φανερώνει περισσότερο την αγωνία του ατόμου να ξεπεράσει τη μόνωση εισ­δύοντας στην ύπαρξη του άλλου και λιγότερο το ερωτικό πάθος και ενστικτώδες ζευγάρωμα.

Σαφής είναι η επιβολή της αφαίρεσης στα έργα «Γέννηση» και «Κυκλική γυναικεία μορφή I» του 1978. Η απόλυτα κλειστή φόρμα και η στιλπνή υφή τους συντελούν ώστε τα θέματα αυτά να αναχθούν σε αρχετυπικά σύμβολα. Σα να επέδρασαν οι νόμοι της φύσης στη μορφοποίηση τους, μετέχουν τόσο στον οργανικό, όσο και στον ανόργανο κόσμο.

Κατά την επόμενη χρονιά ο Σωτηρούδης εισάγει νέα στοιχεία στη δουλειά του. Πλάθει τον «Καθισμέ­νο άνδρα» με νευρώδη, λεπτά μέλη, σε στάση περι­συλλογής ή ενατένισης, ενώ το 1980 μας δίνει μία σειρά ζώα, θέμα που από το 1977 ήδη επεξεργάζε­ται, με διακριτική γεωμετρικότητα, γυαλιστερή, λεία επιφάνεια, ελλειπτική διατύπωση, ελικτική κίνηση.

Στη δεκαετία 1980-1990 εξακολουθώντας να εμπλουτίζει τη σειρά των όρθιων ή καθιστών γυ­ναικών σύμφωνα με το ύφος της προηγούμενης δε­καετίας, ενισχύει τη σειρά των συμβολικών μορφών του και παράλληλα ανανεώνει την έκφραση του. Συγκεκριμένα το 1984 επεκτείνει τον τύπο του «Κα­θισμένου άνδρα» του 1980 και στη γυναίκα, που, για πρώτη φορά, παρουσιάζεται λεπτόκορμη μέσω μιας περισσότερο γραμμικής αντίληψης της φόρμας, όπου η στερεότητα του όγκου υποχωρεί δίνοντας τη θέση της στα κενά και στο παιχνίδισμα του φω­τός πάνω στη λειασμένη επιφάνεια, στοιχεία που ορίζουν πλέον όχι μόνο τη μορφή αλλά και το γύρω χώρο. Έτσι η μετάβαση στον «Όρθιο κορμό» του 1985 κατανοείται καλύτερα: καταργούνται τα δια­κριτικά του φύλου, απουσιάζουν τα χέρια και τα χαρακτηριστικά προσώπου, οι φωτοσκιάσεις ανα­δεικνύουν το αδιόρατα μεταβαλλόμενο πλάσιμο της ραδινής φιγούρας.

Ο ανταγωνισμός καμπύλης και ευθείας γίνεται εμφανής στα έργα που ακολουθούν. Μπορούμε να τον παρακολουθήσουμε καθαρά στις παραλλαγές του «Όρθιου ζευγαριού» 1987. Τα παρατακτικά στη­μένα σώματα με την έντονη σχηματοποίηση, υψώ­νονται ψηλόλιγνα σαν αιχμές, καλοδουλεμένα όργα­να μιας μυστικής τελετής, διαφοροποιημένα ως προς τη διάρθρωση των μελών, εναρμονισμένα μέ­σω της καθετότητάς τους. Το απρόσωπο, το άκα­μπτο και η μεταλλική λάμψη των γλυπτών αυτών, παραπέμπουν στο ψυχρό, τέλειο φινίρισμα της μη­χανής, συμβόλου-δυνάστη της εποχής μας, και βέ­βαια δεν μπορεί να αποφευχθεί ο συνειρμός να εκ­ληφθούν ως απόπειρα ερμηνείας ή σχολιασμού των ανθρώπινων σχέσεων.

Η γεωμετρική αντίληψη της φόρμας από το 1988 και μετά κερδίζει έδαφος: ο «Γυναικείος κορμός» του 1988, όρθιος, μέχρι τα γόνατα, ακέφαλος και δίχως βραχίονες, συγκεντρώνει χαρακτηριστικά που σε παραλλαγές και πιο αναλυτικά αναπτύσσονται σε γλυπτά του μέχρι σήμερα και κυρίως στις «Νίκες»: γωνιώδης κίνηση, απότομες κοψιές της φόρμας, αρμογή ξεκάθαρη, ψυχρή λευκότητα, σκληρή φωτοσκίαση, στοιχεία δηλαδή που προκαλούν πιο πολύ το οπτικό παρά το απτικό ενδιαφέρον.

Το υλικό που μόνιμα χρησιμοποιεί ο γλύπτης εί­ναι η χυτή πέτρα. Βέβαια άρχισε πλάθοντας με πηλό, δούλεψε προπλάσματα σε τερακότα, δοκίμασε με επιτυχία τις δυνατότητες του ασβεστόλιθου και κατέληξε να χυτεύει τα έργα του σε καλλιτεχνική πέτρα — Kunst-stein —. Μετά τη χύτευση επεμβαί­νει στην επιφάνεια, λαξεύοντας ή λειαίνοντάς την, επιτυγχάνοντας κάθε φορά τη ματιέρα που θέλει. Αυτή παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στη γλυπτική του και είναι αναπόσπαστα δεμένη με το νόημα και την αίσθηση του κάθε έργου. Έτσι η αδρή, προρώδης υφή πολλών γλυπτών της πρώτης περιόδου (1968-1978) είνα αλληλένδετη με το αρχέγονο των μορφών. Μοιάζουν με χώμα ή πέτρα στα οποία εμφυσήθηκε ζωή και μεταβλήθηκαν σε ζωντανούς οργανισμούς. Αντίθετα, άλλα έργα δίνουν την εντύπωση κρυστάλλωσης ή μεταστοιχείωσης, αποτελέσματος δηλαδή προερχόμενου περισσότερο από την επέμβαση δυνάμεων της φύσης παρά από τον έντεχνο χειρισμό του υλικού. Με τις προσμίξεις διαφόρων ειδών μαρμάροψηφίδας, στην προετοιμαζό­μενη για χύτευση υγρή μάζα, επιτυγχάνονται χρωματισμοί. Aυτοί ποικίλλουν τόσο ώστε να καταφέρνουν να αποδίδουν τη λευκότητα του μαρμάρου, το οξειδωμένο του μπρούντζου και βέβαια πολλές αποχρώσεις πηλού ή πέτρας. Επεξεργασμένη με ερ­γαλεία ή με το χέρι η επιφάνεια δέχεται το φως με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τις προθέσεις του καλλιτέχνη.

Έχοντας ανιχνεύσει τις σημαντικότερες φάσεις της δουλειάς του Σωτηρούδη μπορούμε να πούμε, εκτιμώντας την εξελικτική του πορεία ότι αυτή πολύ λίγο επηρεάσθηκε από το καλλιτεχνικό κλίμα της Γερμανίας μέσα στο οποίο γεννήθηκε και εν συνεχεία δεν διαταράχθηκε από την επαφή του με τις ακραίες, πρωτοποριακές τάσεις που του πρόσφερε το ταξίδι του στις Η.Π.Α.

Η τέχνη του διατήρησε την ασφάλεια, τη γνησιότητα και τη δύναμη της, κατακτώντας επάξια τη θέση της στη σύγχρονη ελληνική γλυπτική.