Η αναδρομική παρουσίαση του έργου του Δημοσθένη Σωτηρούδη στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στην οποία πρωταγωνιστεί η μνημειώδης εκδοχή της γλυπτικής του, δίδει την ευκαιρία μιας συνολικής αποτίμησης της προσφοράς του, που του διασφάλισε μια ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική τέχνη, εφόσον έχει ήδη καταγραφεί και αναλυθεί η τριαντάχρονη καλλιτεχνική του πορεία.

Όταν μελετούμε μια τέχνη αναντίρρητα ανθρωποκεντρική, όπως συμβαίνει με τη γλυπτική του Σω­τηρούδη, οφείλουμε να εξετάσουμε τόσο τις σχέσεις του γλύπτη με την πλαστική αντίληψη του ανθρώπινου κορμιού, όσο και με την ιστορία της ανθρώπινης μορφής στη μακραίωνη πορεία της γλυπτικής, ιδίως της ελληνικής, από τις χαραυγές της μέχρι το τέλος της κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.

Στην περίπτωση του Σωτηρούδη, ο οποίος ζώντας και εργαζόμενος στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καβάλας και σε άλλα του βορειοελλαδικού χώρου, εδώ και χρόνια έχει ασκήσει το βλέμμα του στη γλυπτική του ελληνικού παρελθόντος και έχει συγ­χωνεύσει τα βιώματα αυτής της τέχνης με εκείνα της γλυπτικής που γνώρισε στη διάρκεια των σπουδών του και των περιπλανήσεων του σε Ευρώπη και Αμερική, προκύπτουν επιτακτικά τα ερωτήματα: ποια στοιχεία διατηρεί και ποια απορρίπτει, από ποια έλκεται και από ποια απωθείται, τι θρέφει την εμπειρία του, από ποιους παράγοντες επηρεάζονται καθοριστικά η μαστοριά του και οι αισθητικές επιλογές του.

Σ' αυτά τα ερωτήματα απαντά η ίδια η τέχνη του, η οποία, παρόλη την αφοπλιστική συχνά απλότητα της, κρύβει στο εσωτερικό των κοροπλαστικών της κατακτήσεων τη βάσανο μιας σειράς δύσκολων προβλημάτων, δυσδιάκριτων στο θεατή της γλυπτικής του, αφού η όψη της παρουσιάζεται στέρεη στην αυτοτέλεια της. Η βάσανος, ωστόσο, με την αγωνιώδη προσπάθεια μιας τελικής ισορροπίας, ενός τελικού αναβλύσματος φυσικού και ρέοντος, είναι που προσδίδει ένταση στις ήρεμες επιφάνειες και δύναμη στη γαλήνη και την τιθάσευση των μορφικών προβλημάτων. Γιατί συχνά στα χέρια άλλων, η απόδοση της ηρεμίας και της εσωτερικής συγκράτησης, καταλήγει σε πλαδαρότητα και ανταμείβεται με την αδιαφορία μας. Επικαλούμαστε μια από τις βασικότερες αρετές που πρέπει να χαρακτηρίζει ένα έργο γλυπτικής, την εκ των έσω ενεργοποίηση του όγκου και τη δόνηση της μάζας, χωρίς να υπογραμμίζουμε πάντα ότι η εσωτερική αυτή δόνηση οφείλει να συνέχει και να δονεί συνάμα το τελικό αποτέλεσμα που είναι ένα περίβλημα. Το αυγό δεν είναι μια πέτρα και μια αυγουλωτή πέτρα δεν είναι παρά μια κροκάλα. Ο Σωτηρούδης, όπως και ο Moore, επιδιώκει και κατορθώνει η μορφή να διατηρεί κάτι από τη στερεότητα του βράχου, έτσι ώστε η πέτρα να υποβάλλει τη μορφή και να μην είναι μια μορφή από πέτρα.

Σώματα εύχυμα, εύρωστης μυϊκής διάπλασης, που σε κάποιες περιόδους εκλεπτύνονται, κατόπιν, με έντονη αφαίρεση συμβολοποιούνται, διατηρώντας τον ιδιόρρυθμα αρμονικό παλμό τους παρά την έξαρση ορισμένων χαρακτηριστικών π.χ. της θήλειας φύσης, των άκρων, της ραδινότητας. Κεφάλια μικρά με πρόσωπα άχρονα ή νεανικά, στα οποία πλανάται μια στωική έκφραση, μια περισυλλογή. Περιγράμματα ρευστά, ήρεμα, καμπύλα, στις γυναικείες μορφές που κυριαρχούν στη θεματολογία του, νευρώδη, γωνιώδη, στις ανδρικές που σπανίζουν.

Ο Σωτηρούδης, όντας Έλληνας, φέρει το βάρος όσο και την ευθύνη μιας ανυπέρβλητης παράδοσης και στο γεγονός αυτό οφείλεται η γενικότερη συγκράτηση στην έκφραση του αλλά και η ζωντάνια της φόρμας που δεν συσχετίζεται βέβαια με τη φυσικότητα. Ό, τι μοντέρνο τον επηρεάζει, περνά μέσα από το σήστρο της διαλεκτικής του σχέσης με το ελληνικό παρελθόν. Αν για τον δυτικοευρωπαίο η πορεία είναι π.χ. κυκλαδική τέχνη, αρχαιοελληνική, Michelangelo, Rodin, Brancusi, Moore, για τον Σωτηρούδη το τέρμα τον επαναφέρει στην αφετηρία και επαναγιγνώσκει την ελληνική γλυπτική μέσω των κατακτήσεων της μοντέρνας —που τόσα άλλωστε της οφείλει — για να καταθέσει το δικό του οβολό μέσα από όλα τα διδάγματα, αλλά με τη φροντίδα η δική του τέχνη να ενταχθεί στην πορεία της ελληνικής, με ή χωρίς την παρεμβολή των κατακτήσεων του 20ού αιώνα.

Η εκφραστική αυτή συγκράτηση του αποστερεί κατά κάποιο τρόπο την ανάγκη ή και τη δυνατότητα να πρωτοτυπήσει από φορμαλιστική άποψη, να ανοίξει νέους δρόμους —αν υπάρχουν τέτοιοι— ή έστω να διαστρεβλώσει ή να συνθλίψει τη μορφή — πράγμα που θα το θεωρούσε μεγάλη ασέβεια, φαντάζομαι, ο ίδιος. Η προσπάθεια του να διατηρήσει ζωντανή την αίσθηση της φόρμας και να μη δελεασθεί από εκείνες τις εξεζητημένες πρωτοποριακές αναλύσεις της που οδήγησαν στη διάλυση της ή σε κατασκευαστικές επινοήσεις, τον δικαίωσε.

Ακονίζει την τέχνη του στην ανάπλαση αρχετυπικών μοντέλων, όπως είναι π.χ. η Αφροδίτη - Γονιμότητα, χωρίς ιδεαλιστικούς μοντερνισμούς, χωρίς την παραμικρή ανάγκη κοινωνικής κριτικής, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τον διαλυμένο σύγχρονο κόσμο. Έτσι, ποιότητες, αξίες και αρχέτυπα μεταγγίζονται άδολα τόσο στο μυημένο θεατή όσο και στον αμύητο. Με την τέχνη του κατόρθωσε να μας υπενθυμίζει με δύναμη και απλότητα την ιερότητα και το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κοινωνικά ωστόσο, φαίνεται να ευλογεί τον εξίσου αρχετυπικό πυρήνα μητέρας-πατέρα-παιδιού, θέμα στο οποίο εξαντλεί την τρυφερότητα του και από το οποίο απουσιάζει η διάχυτη μελαγχολία και το εσωτερικό άλγος που αποπνέουν οι μεμονωμένες φιγούρες του.

Επιστροφή στη γη, σπονδές στη γη και τα μονάκριβα της βλαστάρια, στη γονιμότητα μιας πρωτεϊκής μορφής, πέραν και έξω του πολιτισμού, γονιμότητα που προηγείται και διαπερνά το ανθρώπινο είδος χωρίς ωστόσο να το λυτρώνει.

Τα φαλλικά και αιδοιόμορφα γλυπτά του που είναι μια συγκεφαλαίωση, στέκουν μακριά τόσο από τη σεξουαλική επανάσταση όσο και από τις ερωτικές φαντασιώσεις.

Η εμμονή του στη γονιμότητα που διαγράφει έναν χαρακτηριστικό κύκλο στο έργο του, αποφεύγει την αντιμετώπιση του θανάτου. Τον εξορκίζει άραγε μέσω της διαρκούς ανακύκλησης; Τον υποβάλει ωστόσο μέσα από το συγκρατημένο άλγος, ιδίως στα «κλειστά» γλυπτά του, όπου η μορφή περίκλειστη, εξομολογείται τα μυστικά της στον εαυτό της και μόνο, κρατώντας εντός της τόσο το άλγος όσο και τον θησαυρό της. Οι μορφές αυτές, που τείνουν να ταυτισθούν με μια σφαίρα, παραπέμπουν επίσης σ' ένα πρωταρχικό όγκο, τη γήινη σφαίρα που κυλάει ερωτηματικά στο διάστημα.

Αποφεύγοντας τη μεγαλοστομία, με όπλο τη σταθερή επιστροφή σε λίγα θέματα - όρθια, ανακεκλιμένη, καθισμένη, γονατισμένη μορφή, γονιμότητα, ζευγάρωμα, μητέρα και παιδί, οικογένεια - έχοντας μεγάλο παράλληλο τον Brancusi, απλοποιεί συνεχώς, εκλεπτύνει ταυτόχρονα τους τρόπους του, κάνει κατά καιρούς χρήση της γεωμετρικής μετάβασης, θέλοντας να κατακτήσει το απόλυτο φινί-7μα των όγκων του και να οδηγηθεί στην πλήρη κατανόηση της μορφής. Αυτές του οι επιστροφές πιθανόν δεν συγκινούν τον θεατή που επιζητεί τεχνάσματα και εντυπωσιασμούς, σε βάρος της ουσίας. Η απουσία εξάλλου ανεκδοτολογικών χαρακτηριστικών στη δουλειά του και η εξ αυτής αναδυόμενη αυστηρότητα, απευθύνεται σε ασκημένα μάτια κι απαιτητικές ψυχές.

Οι χοϊκές τέλος εμμονές του δεν αποστερούν τη γλυπτική του από μια ιδιόμορφη πνευματικότητα, καθώς παρουσιάζεται στα μάτια μας ως ικέτης αγαθών χρησμών για τη σκληρή μοίρα του ανθρώπου.